News

Εισιτήρια: €15/€10 (φοιτητές, μαθητές, παιδιά)
Tickets: €15/€10 (students, high school students, children)

Για αγορά εισιτηρίων, πατήστε στο λογότυπο ή επισκεφθείτε ένα κατάστημα της ACS Courier.
For tickets, click on the logo or visit an ACS Courier shop.   Link to ticket sales


Μπορείτε επίσης να επισκεφθείτε τη σελίδα της συναυλίας στο Facebook πατώντας εδώ.
You can also visit the concert’s Facebook page by clicking here.                               

Χορηγός συναυλίας:   

 

Jakub Otčenášek

O Jakub Otčenášek γεννήθηκε στη Τσεχία, σε οικογένεια χωρίς ιστορικό μουσικής παιδείας και από περιέργεια ξεκίνησε να παίζει πιάνο στα 14 του χρόνια. Πήρε τα πρώτα του μαθήματα στο τσέλο ένα χρόνο αργότερα. Στην ηλικία των 16 χρόνων έγινε μέλος της «Europera Jugendorchester» στην οποία είχε την ευκαιρία να δουλέψει με τον μαέστρο Miloš Krejčí. Μετά από ένα χρόνο ξεκίνησε τις σπουδές του στο Κονσερβατόριο της Πράγας στην τάξη της Renata Strašrybková. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του συμμετείχε και βραβεύθηκε σε εθνικούς και παγκόσμιους διαγωνισμούς. Την περίοδο 2010 – 2012 διετέλεσε ως κορυφαίος τσελίστας της Ορχήστρας του Κονσερβατορίου της Πράγας. (Το 2011 η ορχήστρα έδωσε την πρεμιέρα του Διεθνούς Φεστιβάλ «Άνοιξη της Πράγας» με μαέστρο τον Jiří Bělohlávek.) Το 2012, στη συναυλία της αποφοίτησης του, ερμήνευσε το κοντσέρτο για τσέλο και ορχήστρα του Robert Schumann συνοδευόμενος από́ την ορχήστρα του Κονσερβατορίου.

Την περίοδο 2012 – 2016 σπούδασε στη Βιέννη, στο «Musik und Kunst Privatuniversität der Stadt Wien» υπό την επίβλεψη της Lilia SchulzBayrova. Μια ιδιαίτερη επιτυχία του, ως σπουδαστής ακόμα, είναι το βραβείο «EnamiStiftung» στο διαγωνισμό μουσικής δωμάτιου «FidelioWettbewerb 2014» στη Βιέννη.

Συμμετείχε σε master classes γνωστών καλλιτεχνών μεταξύ των οποίων η Michaela Fukačová, ο Michal Kaňka, ο Bruno Weinmeister και η Natalia Gutman. Εμφανίστηκε σε γνωστές αίθουσες συναυλιών της Ευρώπης, όπως η Berliner Philarmonie στη Γερμανία, η Rudolfinum και η αίθουσα Smetana στη Τσεχία, το Konzerthaus στην Αυστρία, αλλά και σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία, η Ελβετία και η Πολωνία. Για το Ραδιόφωνο της Τσεχίας ηχογράφησε τα έργα για τσέλο και πιάνο της Jarmila Mazourová με την ίδια τη συνθέτρια στο πιάνο και εμφανίστηκε στον κρατικό τηλεοπτικό σταθμό της Τσεχίας με έργα για τσέλο και πιάνο του Antonin Dvořák.

Από τον Νοέμβριο του 2016 έχει τη θέση του κορυφαίου τσελίστα στη Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου. Συνεργάστηκε επίσης με την ομάδα Anima Piano Trio και το κουαρτέτο Fusionia.

Το τσέλο του Jakub κατασκευάστηκε από τον Vincenzo Panormo το 1809.

Jakub was born February 14, 1989, into a family of no musical tradition. However, out of curiosity, he started playing the piano at the age of 14 and one year later, he took his first cello classes.

At the age of 16 he became a member of “Europera Jugendorchester” where he worked with conductor Miloš Krejčí. Just one year later, he started his studies at the Prague Conservatory in the class of Renata Strašrybková. During that time, he participated in national and international competitions and won several prizes. From 2010 to 2012 he was the principal cellist of the Prague Conservatory Orchestra. (In 2011 the orchestra gave the opening concert at the international music festival “Prague Spring” with Jiří Bělohlávek as the conductor.) For his graduation concert in 2012 he performed the Schumann Cello Concerto accompanied by the Prague Conservatory Orchestra. During the academic year 2012/13 he studied at the “Musik und Kunst Privatuniversität der Stadt Wien” with Prof. Lilia Schulz-Bayrova. Among his accomplishments while still a student, was the special price of “Enami-Stiftung” at the chamber music competition “Fidelio-Wettbewerb 2014” in Vienna.

Jakub Otčenášek took part at masterclasses with well-known artists such as Michaela Fukačová, Michal Kaňka, Bruno Weinmeister and Natalia Gutman.

He has given concerts through Europe (France, Germany, Italy, Switzerland, Poland, Czech Republic, Austria) and has made several recordings for the Czech Radio (works for cello and piano by Czech composer Jarmila Mazourová with the composer herself at the piano,) and Czech National Television (works for cello and piano by Antonín Dvořák).

Since November 2016 he is the principal cellist of the Cyprus Symphony Orchestra and has collaborated with the “Anima Piano Trio” and the “Fusionia Quartet”.

Jakub plays a cello made by Vincenzo Panormo in 1809.

Σημειώσεις για τα έργα:
Notes about the pieces:

Ντ. Σοστακόβιτς: Σονάτα για Βιολοντσέλο και Πιάνο, Έργο 40

Η Σονάτα για Βιολοντσέλο και Πιάνο είναι ένα σχετικά πρώιμο έργο του Σοστακόβιτς. Γράφτηκε όταν ο συνθέτης ήταν 28 ετών, το 1934, λίγους μήνες αφού τελείωσε την όπερά του, «Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ». Η πρεμιέρα δόθηκε στις 25 Δεκεμβρίου του 1934 από τον κορυφαίο τσελίστα της Ορχήστρας του Θεάτρου «Μπολσόι» Βίκτωρ Κουμπάτσκι, με τον ίδιο τον Σοστακόβιτς στο πιάνο.

Τον Ιανουάριο του 1936, μετά από περίπου 180 επιτυχημένες παραστάσεις της όπερας «Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ» όχι μόνο στο Λένινγκραντ και στη Μόσχα, αλλά και στην Ευρώπη, Η.Π.Α. και Λατινική Αμερική, η καριέρα του Σοστακόβιτς, εν μία νυκτί, πήρε την κάτω βόλτα: ο Γιόζεφ Στάλιν παρακολούθησε μια από τις παραστάσεις μαζί με άλλους ανώτατους Σοβιετικούς αξιωματούχους και στην επόμενη έκδοση της κρατικής εφημερίδας «Πράβντα» εμφανίστηκε ένα ανώνυμο άρθρο (λέγεται πως το έγραψε ο ίδιος ο Στάλιν) στο οποίο η Όπερα χαρακτηρίστηκε ως «σύγχυση αντί μουσική».

Από σύμπτωση, την ίδια ώρα της εμφάνισης του άρθρου αυτού, ο Σοστακόβιτς και ο Κουμπάτσκι έδιναν ακόμα μια συναυλία με τη Σονάτα, αυτή τη φορά στην πόλη του Αρκαντζέλσκ. Ίσως, αν είχε ακούσει τη Σονάτα για Τσέλο και Πιάνο ο συγγραφέας του άρθρου, να αντιδρούσε αλλιώς, αφού η Σονάτα έχει τη δομή της Σονάτας της εποχής του Ρομαντισμού, ίσως ακόμα και της εποχής του Beethoven. Αν και ο Σοστακόβιτς διασκέδαζε με το να προκαλεί τις «ευαισθησίες» της Σοβιετικής γραφειοκρατίας και μέχρι εκείνη την περίοδο η κρατική λογοκρισία δεν ήταν και τόσο αυστηρή, το άρθρο στην «Πράβντα» τον έκανε να φοβηθεί ακόμα και για τη ζωή του.

Η πρώτη κίνηση είναι σε φόρμα σονάτας. Ένας πολύ πειθαρχημένος Σοστακόβιτς σημειώνει την επανάληψη της έκθεσης, ακολουθώντας την κλασική παράδοση, αν και σήμερα οι ερμηνευτές σπάνια ακολουθούν αυτή την οδηγία. Τα δύο θέματα είναι πολύ αντίθετα σε χαρακτήρα, ακόμα και στην τονικότητα. Το πρώτο θέμα είναι στην αρχική Ρε ελάσσονα, το δεύτερο στην απομακρυσμένη Σι μείζονα. Το τέλος κρύβει μια έκπληξη: το πρώτο θέμα επανεμφανίζεται με χρωματική εναρμόνιση και μεταμορφώνεται σε μια αργή ελεγεία.

Το Scherzo που ακολουθεί είναι πολύ ζωντανό quasi moto perpetuo, με πολλές εναλλαγές του θέματος και του συνοδευτικού ostinato μεταξύ των δύο οργάνων. Είναι εμφανή τόσο το χιούμορ αλλά και η σατιρική διάθεση του συνθέτη, με τις glissando αρμονικές στο τσέλο που αντικαθιστούν το συνοδευτικό ostinato και τις οποίες μιμείται αμέσως μετά το πιάνο. Ακόμα μια έκπληξη για το τέλος: και τα δύο όργανα αρχίζουν ξαφνικά να παίζουν arpeggios και πυκνές συγχορδίες στην Σολ ύφεση μείζονα, ενώ, λίγα δευτερόλεπτα μετά, επιστρέφουν, για να τελειώσει η κίνηση στην αρχική Λα ελάσσονα.

Τον ρόλο της τρίτης κίνησης αναλαμβάνει ένα μελωδικό και εσωστρεφές Largo, το οποίο θυμίζει το μελλοντικό ύφος του συνθέτη, χωρίς ωστόσο να είναι πονεμένο και σοκαριστικό. Όπως και η coda της πρώτης κίνησης, δεν δημιουργεί συναισθήματα απελπισίας – αντιθέτως, είναι έκδηλη η συμπόνια και η αποδοχή. Κριτικοί και μουσικολόγοι ακόμα διαφωνούν για το αν ο Σοστακόβιτς εξέφρασε τα προσωπικά του συναισθήματα με αυτή την κίνηση, η οποία γράφτηκε κατά το μικρής διάρκειας διαζύγιο από την πρώτη του σύζυγο, (ξαναπαντρεύτηκαν λίγους μήνες αργότερα.) Αν δεχτούμε όμως πως ο Σοστακόβιτς καταδιωκόταν από ερινύες για την εγκατάλειψη της συζύγου του, αυτό γίνεται εμφανές μάλλον σε αυτή την κίνηση.

Η τελευταία κίνηση είναι ένα σχετικά ανάλαφρο rondo. Το θέμα, με το έντονό του staccato εναλλάσσεται με αντιστικτικά επεισόδια, μέχρι την παρεμβολή ενός πολύ ζωντανού μέρους, σαν cadenza, στο πιάνο, το οποίο οδηγεί πίσω στο κυρίως θέμα, το οποίο με τη σειρά του δίνει τη θέση του στην coda. Ήρεμη και διαφανής, η coda προκαλεί έκπληξη στον ακροατή με το fortissimo τέλος.

Η Σονάτα για Τσέλο και Πιάνο είναι γεμάτη με τα χιουμοριστικά και σατιρικά «γνωρίσματα» του συνθέτη, τα οποία ενοχλούσαν τη Σοβιετική λογοκρισία και τα οποία είναι κατά κάποιο τρόπο κρυμμένα σε κοινή θέα μέσα στην πειθαρχημένη δομή. Ο Σοστακόβιτς ήταν πάντα ένας υπέρμαχος της ελευθερίας της καλλιτεχνικής σκέψης και αργότερα η μουσική του απαγορεύτηκε άλλες δύο φορές, γιατί δεν ταίριαζε με το ύφος του «προλεταριάτου», που απαιτούσε αμιγώς Ρωσική μουσική, απαλλαγμένη από δυτικές επιρροές, με μοναδικό σκοπό της την τόνωση του ηθικού των προλετάριων.

Shostakovich: Sonata for Violoncello and Piano, Op. 40

The Sonata for Cello and Piano is a relatively early work, composed in 1934, when Shostakovich was 28 years old, shortly after his opera “Lady Macbeth of Mtsensk”. It was premiered on December 25 of the same year by his friend and dedicatee of the work Viktor Kubatsky, principal cellist of the Bolshoi Theatre, with Shostakovich himself at the piano.

In January 1936, after about 180 successful performances of “Lady Macbeth of Mtsensk” in Leningrad and Moscow and many other successful performances in Europe, the U. S. and Latin America, Shostakovich’s career took a turn for the worst. Joseph Stalin, accompanied by a number of Soviet delegates attended one of the performances.

Coincidentally, while Shostakovich and Kubatsky were giving another performance of the Cello Sonata in Archangelsk, an anonymous article (thought to have been written by Stalin himself) appeared in the state-owned Pravda newspaper denouncing the opera as “muddle instead of music”. Had the author of the Pravda article heard the Sonata for Cello and Piano, he would probably have had a completely different reaction, as the Sonata adheres to the romantic, or even Beethovenian structure. Shostakovich always enjoyed provoking the sensibilities of the Soviet bureaucracy. Soviet cultural policy had not been extremely restrictive until that time; however, the Pravda article left him even fearing for his life.

The first movement is in sonata form. A very disciplined Shostakovich even instructs for the exposition to be repeated according to the classical tradition, although nowadays performers seldom follow this instruction. The two themes are sharply contrasted; the second theme is in the remote key of B major (the first theme being in D minor). The ending is surprising: the first theme is reharmonized chromatically and is transformed into a slow elegy.

The Scherzo that follows is a fiery quasi moto perpetuo movement with many exchanges of the theme and its accompanying ostinato between the two instruments. One can sense the satire and humour of the composer during the glissando harmonics of the cello which replace the accompanying ostinato, only to be imitated on the piano immediately after. Moreover, at the end of the movement, both instruments unexpectedly jump to G flat major with thick chords and arpeggios, only to go back a few seconds later for the A minor ending.

A very lyrical and esoteric Largo, with glimpses of the composer’s later style, although much less harrowing than his later music, fulfills the role of the slow movement. As it is also true of the coda of the first movement, this movement does not invoke feelings of desperation, but rather of compassion and acceptance. Critics and musicologists still debate whether his short-lived divorce from his first wife had an influence on the Sonata – he composed the Sonata during that time; – however, if one accepts that Shostakovich felt remorse for abandoning his wife, this movement is where it might become apparent.

The last movement, a relatively light-hearted rondo; its rigid staccato theme is interwoven among various counterpoint episodes. The movement is interrupted by a cadenza-like, very energetic piano episode, leading to the main theme, which, in turn, leads to a very quiet, transparent coda; leaving the listener unprepared for the humorous fortissimo end.

The Sonata for Cello and Piano is full of Shostakovich’s satirical and humorous whims, which much annoyed the Soviet censors. These are in a way “hidden” in plain sight within the disciplined form. An advocate of free artistic expression, Shostakovich’s music would come to be banned twice in later years for not adhering to the “proletarian” style; that is, purely Russian music, devoid of any western influence, the sole purpose of which is to lift the spirits of the working proletariat.

 

Σ. Προκόφιεφ: Σονάτα για Βιολοντσέλο και Πιάνο, Έργο 119

Η Σονάτα γράφτηκε το 1949 και η πρεμιέρα της δόθηκε το 1950 με δύο από τους πιο σπουδαίους μουσικούς της εποχής, τον Μστισλάβ Ροστροπόβιτς στο τσέλο και τον Σβιατοσλάβ Ρίχτερ στο πιάνο, ο οποίος είχε ήδη ερμηνεύσει την πρώτη εκτέλεση της έβδομης Σονάτας του Προκόφιεφ για πιάνο.

Δύο χρόνια νωρίτερα, ο Αντρέι Ζντάνοφ, μέλος του Ανώτατου Σοβιέτ, ανέλαβε την εφαρμογή της κρατικής πολιτιστικής πολιτικής. Η πολιτική αυτή έγινε γνωστή ως το «Δόγμα Ζντάνοφ». Σε συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος το 1948, ο Ζντάνοφ κατήγγειλε τον Προκόφιεφ, τον Σοστακόβιτς, τον Χατσατουριάν, τον Σεμπαλίν, τον Ποπόφ και τον Μιασκόφσκι (έναν από τους πιο στενούς φίλους του Προκόφιεφ), λέγοντας ότι γράφουν μουσική η οποία είναι «πολύ κοσμοπολίτικη και φορμαλιστική». Όπως ήταν αναμενόμενο, μετά από αυτή την καταγγελία, η μουσική των συνθετών αυτών απαγορεύτηκε, έστω άτυπα.

Ο Ρίχτερ, στα απομνημονεύματα του, θυμάται: «Δώσαμε την πρεμιέρα της Σονάτας για τσέλο και πιάνο του Προκόφιεφ. Προτού την παρουσιάσουμε σε συναυλία, έπρεπε να την παίξουμε στην επιτροπή της Ένωσης Συνθετών. Αυτοί οι κύριοι αποφάσιζαν την μοίρα κάθε νέας σύνθεσης. Ιδιαίτερα κατά την περίοδο αυτή, θα έπρεπε να αποφασίσουν αν ο Προκόφιεφ δημιούργησε ένα έργο τέχνης ή αν η σύνθεση ήταν «ενάντια στο λαϊκό φρόνημα». Τρεις μήνες μετά, έπρεπε να την παρουσιάσουμε ξανά στην ολομέλεια των συνθετών οι οποίοι αποτελούσαν την Επιτροπή Ραδιοφώνου. Καταφέραμε να την παρουσιάσουμε δημόσια την επόμενη χρονιά, στην Μικρή Αίθουσα του Κονσερβατορίου της Μόσχας την 1η Μαρτίου του 1950.»

Την επόμενη της πρεμιέρας, ο Μιασκόφσκι γράφει στο ημερολόγιο του: «Χτες, ο Ροστροπόβιτς και ο Ρίχτερ έπαιξαν δημοσίως την Σονάτα για Τσέλο και Πιάνο του Προκόφιεφ – ένα θαυμάσιο έργο! Μια επιτυχημένη πρεμιέρα και μια μικρή νίκη ενάντια στη Σοβιετική μουσική γραφειοκρατία!»

Το έργο ξεκινά με μια απλή μελωδία στις χαμηλές, μπάσες νότες του τσέλου. Μεγάλο μέρος της σονάτας αφιερώνεται στην εξερεύνηση αυτών των μπάσων φθόγγων. Οι χαμηλές νότες μάλλον παραπέμπουν στη Ρωσική φωνητική μουσική στην οποία προτιμώνται οι χαμηλές φωνές. Ακολουθεί μια ακόμα πιο λυρική μελωδία στο ρόλο του δεύτερου θέματος. Η ανάπτυξη επεξεργάζεται και τα δύο θέματα, με τον συνθέτη να χρησιμοποιεί και τις μπάσες νότες του πιάνου για να κάνει τον ήχο ακόμα πιο σκοτεινό. Οι πυκνές, ρυθμικές συγχορδίες αναδεικνύουν την συναισθηματική ένταση και εναλλάσσονται με πιο ήρεμα επεισόδια. Η επανέκθεση υπενθυμίζει την προηγούμενη ένταση πριν η κίνηση φτάσει σε ένα ήρεμο, ονειρικό τέλος.

Το Scherzo, πιστό στον χαρακτήρα του, αρχίζει με μια παιδική, staccato μελωδία και pizzicato σπίθες στο τσέλο. Τα δύο όργανα παίζουν μεταξύ τους, σαν να κοροϊδεύουν το ένα το άλλο. Αντίθετα, το Trio το οποίο αντιπαραβάλλεται ανάμεσα στις δύο εκδοχές του Scherzo, χρησιμοποιεί μεγάλο τονικό εύρος και στα δύο όργανα, χωρίς όμως να χάνει τη ροή ή την μελωδικότητα του.

Η τελευταία κίνηση, σε δομή που θυμίζει rondo, εμπεριέχει στοιχεία και από τις δύο προηγούμενες. Το θέμα με το οποίο αρχίζει είναι μελωδικό και δεν προαναγγέλλει τις δεξιοτεχνικές γρήγορες σκάλες που παίζουν και τα δύο όργανα. Το δεξιοτεχνικό μέρος δίνει τη θέση του σε μια μεγαλειώδη, γεμάτη αρμονία coda, η οποία θυμίζει το ύφος του Τσαϊκόφσκι και του Ραχμάνινοφ. Η σονάτα τελειώνει με τη χαμηλότερη νότα του τονικού εύρους του τσέλου.

Ο Σβιατοσλάβ Ρίχτερ αναφέρθηκε στα τελευταία έργα του Προκόφιεφ: «Μετά την 5η Συμφωνία, ξεκίνησε το τελικό στάδιο της ζωής του Προκόφιεφ. Ήταν εμφανές από τη μουσική του. Ανέβηκε σε δυσθεώρητα ύψη, ίσως να μην υπάρχουν και ψηλότερα που να μπορεί να ανέβει κανείς. Όμως ήταν το τελικό στάδιο… Η Σονάτα για Τσέλο και Πιάνο σε Ντο μείζονα είναι ένα υπέροχα ευρηματικό και διαχυτικό τραγούδι του λυκόφωτος. Ένα τεράστιο, εξεζητημένο λυρικό αφιέρωμα στη δύναμη της δημιουργικής έμπνευσης μιας ιδιοφυΐας!»

Prokofiev: Sonata for Violoncello and Piano, Op. 119

The Sonata was composed in 1949 and premiered in 1950 by two foremost musicians of the time, cellist Mstislav Rostropovich and pianist Sviatoslav Richter, who had already given the premiere of Prokofiev’s Seventh Piano Sonata.

Two years prior, Andrei Zhdanov, a Politburo member, was put in charge of enforcing Soviet cultural policy, which became known as the “Zhdanov doctrine”. In a 1948 address to a Communist Party Congress, Zhdanov denounced Prokofiev, Shostakovich, Khatchaturian, Shebalin, Popov and Miaskovsky (one of Prokofiev’s closest friends) for writing music that was “too cosmopolitan and formalist”. As expected, an unofficial ban was imposed on the music of these composers.

Richter recalls in his memoirs: “We gave the first performance of Prokofiev’s Cello Sonata. Before playing it in concert, we had to perform it at the Composer’s Union, where these gentlemen decided the fate of all new works. During this period more than any other, they needed to work out whether Prokofiev had produced a new masterpiece or, conversely, a piece that was ‘hostile to the spirit of the people’. Three months later, we had to play it again at a plenary session of all the composers who sat on the Radio Committee, and it wasn’t until the following year that we were able to perform it in public, in the Small Hall of the Moscow Conservatory on March 1, 1950.”

The day after the premiere of the Sonata, Miaskovsky notes in his diary: “Yesterday Rostropovich and Richter openly played the Cello Sonata by Prokofiev in concert – a miraculous piece of music! A successful premiere and a small victory over the Soviet musical bureaucracy!”

The work begins with a simple melody at the dark, lower cello register. In fact, much of the writing is an exploration of this register, perhaps evoking the bass voice which Russian vocal music has always favoured. An even more lyrical melody follows, acting as the second theme. The development explores the two themes, using also the lower register of the piano to an even darker effect; the thick, rhythmic chords adding to the emotional intensity are interchanged with calmer episodes. The recapitulation echoes the previous intensity before coming to a calm, dreamy end.

The Scherzo, faithful to its title (scherzo means “joke”), begins with a child-like staccato melody on the piano and pizzicato sparkles on the cello, almost like the two instruments play and make fun of each other. In contrast, the Trio between the two renditions of the Scherzo utilizes a broad tonal range on both instruments, at the same time remaining melodious and flowing.

The final movement, in rondo-like style uses elements from both previous movements. The opening theme is lyrical and in no way does it foreshadow the extremely virtuosic runs on both instruments which, in turn, lead to a grandiose, harmonious coda, in the style of Tchaikovsky or Rachmaninoff, the final note being the cello’s lowest note.

Speaking of Prokofiev’s late works, Sviatoslav Richter wrote: “After the 5th Symphony, the final stage in Prokofiev’s life began. It was noticeable in his music. He rose to new heights, perhaps the greatest heights of all. But it remained the final stage… The “Cello Sonata in C Major” is a wonderfully inventive and effusive song of twilight. A soaring, lyrically sophisticated tribute to the power of creative inspiration of a genius!”